Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

professional foul


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο professional παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: foul
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
professional n ([sb] in a profession)επαγγελματίας ουσ αρσ/θηλ
 Stop trying to treat yourself, and see a professional!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Καλύτερα να μην προσπαθήσεις να φτιάξεις μόνος σου τη βρύση, αλλά να απευθυνθείς σε έναν επαγγελματία.
professional n ([sb] honourable) (έντιμος)επαγγελματίας ουσ αρσ/θηλ
 He is a real professional and would never cheat a customer.
 Είναι επαγγελματίας και ποτέ δε θα εξαπατούσε πελάτη.
professional n (expert)ειδικός επίθ ως ουσ αρσ/θηλ
 You could tell that he is a professional by the way he works.
 Μπορείς να καταλάβεις πως είναι ειδικός από τον τρόπο που δουλεύει.
professional adj (of a profession)επαγγελματικός επίθ
 The Medical Council is the professional body for doctors.
 Ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος είναι το επαγγελματικό σωματείο των γιατρών.
professional adj (expert) (σχετικός με ειδήμονα)επαγγελματικός επίθ
 It was the doctor's professional opinion that the victim had been strangled.
 Η επαγγελματική γνώμη του γιατρού ήταν ότι το θύμα στραγγαλίστηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
professional adj (paid, not amateur) (για αρσενικό και θηλυκό)επαγγελματίας επίθ
 He made his living as a professional golfer.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η μαμά μου είναι επαγγελματίας αθλήτρια του τέννις.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο μπαμπάς μου είναι επαγγελματίας παίκτης του μπάσκετ.
professional adj slang (avid, constant)μανιώδης επίθ
  συστηματικός επίθ
  (καθομ: δεν αλλάζει συνήθεια)αδιόρθωτος επίθ
 She's a professional gossip.
 Είναι μανιώδης κουτσομπόλα.
professional adj (of a learned profession)επαγγελματικός επίθ
 After years of study, she gained her professional qualifications.
professional n (paid athlete)επαγγελματίας ουσ αρσ/θηλ
 In most sports an amateur has little chance against a professional.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
CPS n US, initialism (certified professional secretary)πιστοποιημένος επαγγελματίας γραμματέας περίφρ
health professional n (trained medical worker)επαγγελματίας υγείας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 I can't help you- you should see a health professional.
licensed professional,
also UK: licenced professional
n
(officially qualified)επαγγελματίας ουσ αρσ/θηλ
  (κατά λέξη)επαγγελματίας με άδεια άσκησης επαγγέλματος
medical professional n (healthcare worker: doctor, nurse, etc.)επαγγελματίας στον χώρο της υγείας, επαγγελματίας του τομέα υγείας περίφρ
 Sometimes you have to see a medical professional instead of trying to treat yourself.
nonprofessional,
non-professional
adj
(having amateur status)μη επαγγελματικός περίφρ
  ερασιτεχνικός επίθ
professional athlete n ([sb] who earns living from sport)επαγγελματίας αθλητής, επαγγελματίας αθλήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Professional athletes have to do a lot of training.
professional concern n (matter of interest to [sb] in a specific job)επαγγελματικό ενδιαφέρον επίθ + ουσ ουδ
professional fee n usually plural (fee for services)αμοιβή επαγγελματία περίφρ
professional indemnity n (insurance cover for trades and occupations)ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης φρ ως ουσ θηλ
professional indemnity insurance n (insurance cover for trades and occupations)ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης φρ ως ουσ θηλ
professional occupation n (highly-skilled employment)επαγγελματική ενασχόληση επίθ + ουσ θηλ
professional portfolio n (collected examples of one's work)δείγμα δουλειάς φρ ως ουσ ουδ
  portfolio, πορτφόλιο ουσ ουδ άκλ
professional record n (history of performance in a career)επαγγελματικό ιστορικό επίθ + ουσ ουδ
professional relationship n (interaction with colleague or work partner)επαγγελματική σχέση επίθ + ουσ θηλ
professional standing n (qualifications and reputation)επαγγελματικό κύρος επίθ + ουσ ουδ
seasoned professional n (experienced person)έμπειρος επαγγελματίας έκφρ
semiprofessional,
also UK: semi-professional
adj
(partly professional)ημιεπαγγελματικός επίθ
  (για άνθρωπο)ημιεπαγγελματίας ουσ αρσ/θηλ
subprofessional,
sub-professional
n
(highly-trained assistant)εξειδικευμένος βοηθός περίφρ
subprofessional,
sub-professional
adj
(assistant: highly trained)εξειδικευμένος μτχ πρκ
subprofessional,
sub-professional
adj
(not to professional standards)επαγγελματικά ανεπαρκής επίρ + επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση professional foul στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «professional foul».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!